Η ευτυχία του τίποτα

Ο ιδιοκτήτης του ζαχαροπλαστείου στην πλατεία της γειτονιάς μου είναι πάνω απο 90 χρονών κι αυτό ειναι κάτι που με συγκινεί βαθιά, πρώτον γιατί με συγκινούν τα παλιά ζαχαροπλαστεία και δεύτερον γιατί με συγκινούν οι άνθρωποι που μεγαλώνουν πολύ αλλά καταφέρνουν να είναι καλά.
Καθώς το κοιτάω σκέφτομαι τι ωραία που είναι μερικά γλυκά στην εμφάνισή τους και πόσο θα ταίριαζαν σε μια διακόσμηση σπιτιού- αν δε μπαγιάτευαν και γενικά αν ήταν κοινωνικά αποδεκτό να στολίσεις το σπίτι σου με τάρτες φράουλα ή λουκουμάδες αντί για κορνίζες ή ας πούμε γλαστράκια.
Κι αυτό το σκέφτομαι πιο πολύ γιατί περνάω τις πιο αγαπημένες μου μέρες, τις μέρες του τίποτα, που όλοι λείπουν, όλα είναι κλειστά και η μεγαλύτερη κούραση είναι να πιάσεις το καλαμάκι να το φέρεις στο στόμα. Βάφω ένα έπιπλο λευκό αργά αργά γιατί δε βιάζομαι, διαβάζω για μια γαλλίδα καλλονή που πέρασε  δύσκολα- μη νομίζουμε οτι όλα είναι εύκολα όταν έχεις ψηλά πόδια και είσαι πάμπλουτη, ακούω τζιτζίκια, ακούω πλιτς πλιτς οχι απο τη θάλασσα αλλα απο το καζανάκι που χάλασε, αλλάζω θέση στις γλάστρες, αλλάζω θέση στα κάδρα, κάνω όνειρα οτι θα κατακτήσω τον κόσμο μόλις μπει ο Σεπτέμβρης, βλέπω κώλους σε φωτογραφίες με θάλασσες, βλέπω πολλή ποίηση δίπλα σε κώλους, μυρίζω τις τυρόπιτες του φούρνου, μυρίζω τ’ απορρυπαντικά, μυρίζω τα σκοροκτόνα που πιο πιθανό είναι να σκοτώσουν στο τέλος εμένα παρά το σκόρο, ακούω τα βάσανα των φίλων μου σα ν’ ανήκουν σ’ ένα μακρινό σύμπαν, δεν έχω γνώμη για τίποτα, κολυμπάω και βλέπω ψάρια, σκοτώνω κουνούπια και  χαίρομαι μόνο που είμαι ζωντανή και που στα 90 πιθανώς θα χαζεύω στο ίδιο ζαχαροπλαστείο και θα στολίζω τα ράφια του σπιτιού μου με αμυγδαλωτά και βιεννέζικα κανόλι, γιατί ειμαι 90 και μπορώ να κάνω ο,τι θέλω. Κι αν θέλω να βγω απ’ το σύμπαν μου και να επικοινωνήσω, μπορώ εύκολα να κλείσω με το μότο που ανασύρεται κάθε δεκαπεντάυγουστο απ την ταινία  ‘φτηνά τσιγάρα’ και λέει οτι ‘όλα θα κυλήσουν όπως πρέπει να κυλήσουν γιατί η ζωή ξέρει’, αλλα δε θα το κάνω, αφενός γιατί το χρησιμοποιούν πολύ οι βολεψάκηδες (σιγά μην κουνηθώ, αφού η ζωή θα κυλήσει όπως θέλει) και αφετέρουν γιατί προτιμούσα πάντα μότος πιο αληθινά, πιο τίμια και πιο ουσιαστικά όπως του Τσάκωνα το ‘γαμιέστε’.

 

 

Share the love!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *